background image

Άρθρα ::: Οικονομική Κρίση: Μια Κριτική Προσέγγιση

Του Παναγιώτη Κ. Σερμπίνη
Οικονομολόγου

"Καιροί ου μενετοί"

Συστημική κρίση


Η σημερινή οικονομική κρίση στην Δύση μπορεί να χαρακτηριστεί συστημική κρίση , κρίση εγγενής, κρίση από αιτίες προερχόμενες από την λειτουργία του συστήματος. Όλες οι χώρες της Δύσης αντιμετωπίζουν προβλήματα οικονομικά, κοινωνικά και πολιτικά. Από την χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 στην ανανέωση της κρίσης του 2011.
Πριν το 2008, για μεγάλο χρονικό διάστημα τα οικονομικά προβλήματα ήταν αποτέλεσμα δυσμενών οικονομικών εξελίξεων σε εθνικές οικονομίες και αντιμετωπίζονταν στα πλαίσια του οικονομικού κύκλου από τις εθνικές κυβερνήσεις με την εφαρμογή της κατάλληλης οικονομικής πολιτικής, της δημοσιονομικής, της νομισματικής, της συναλλαγματικής και άλλων.
Η σημερινή γενικευμένη κρίση ( οικονομική, κοινωνική, πολιτική, αξιών, γεωπολιτική ) είναι αποτέλεσμα της παγκοσμιοποίησης και της νεοφιλελεύθερης πολιτικής που ακολουθήθηκε τα τελευταία χρόνια. Δηλαδή, της πολιτικής με έμφαση, στην ελεύθερη αγορά, χωρίς ρυθμίσεις, στην μείωση του ρόλου και του μεγέθους του κράτους, στην καθολική εφαρμογή του ελεύθερου ανταγωνισμού και της υιοθέτησης των αρχών της ελεύθερης διακίνησης εμπορευμάτων, υπηρεσιών, κεφαλαίων, συναλλάγματος και ανθρωπίνου δυναμικού παγκοσμίως.
Η απελευθέρωση από τις ρυθμίσεις, η διεθνοποίηση και παγκοσμιοποίηση των χρηματοοικονομικών αγορών οδήγησε στην γιγάντωση του χρηματοπιστωτικού τομέα σε βάρος του πραγματικού της οικονομίας. Εκτιμάται ότι η παγκόσμιος χρηματοοικονομική αγορά είναι τριάντα φορές μεγαλύτερη από το παγκόσμιο ΑΕΠ. Δηλαδή στην παγκόσμια οικονομία σημαντικό ρόλο έχουν οι χρηματοπιστωτικές συναλλαγές και όχι η παραγωγή – πραγματική οικονομία. Η οικονομία είναι εξαρτημένη από τον χρηματοπιστωτικό τομέα και οι κυβερνήσεις είναι εξαρτώμενες από τους θεσμούς του.
Τονίζεται ότι η παραγωγική δραστηριότητα αλληλοεξαρτάται από τον χρηματοπιστωτικό τομέα του οποίου η λειτουργία συνίσταται στην άντληση και κατανομή των κεφαλαίων στις πλέον αποδοτικές παραγωγικές χρήσεις. Οι χρηματοπιστωτικές κρίσεις δημιουργούνται από την εμφάνιση προβλημάτων στον χρηματοπιστωτικό τομέα όταν διαρραγούν οι χρηματοοικονομικές "φούσκες" υπερτίμησης (υπερβολικές τιμές) των περιουσιακών στοιχείων πάγιων και κινητών (μετοχές, ομόλογα, παράγωγα κ.α) οι οποίες έχουν δημιουργηθεί από τον ανταγωνισμό και την κινητικότητα των διεθνών κεφαλαίων για αποδοτικές τοποθετήσεις από την εξαιρετική μεγέθυνση του χρηματοπιστωτικού τομέα και την συρρίκνωση του πραγματικού μιας οικονομίας.
Η απελευθέρωση των χρηματοοικονομικών αγορών δεν φαίνεται να βελτίωσε τις επιδόσεις της πραγματικής οικονομίας. Η κρίση έδειξε ότι οι αγορές αυτές δεν είναι αποτελεσματικές στην κατανομή των κεφαλαίων. Στις αγορές εμφανίστηκαν η κερδοσκοπία και η αστάθεια, οι οποίες προκάλεσαν την χρηματοπιστωτική κρίση. Εξάλλου ο ελεύθερος ανταγωνισμός προκάλεσε μείωση των επενδύσεων και της παραγωγής στις αναπτυγμένες χώρες και συνακόλουθα την εμφάνιση ύφεσης , ανεργίας και δημοσιονομικών προβλημάτων ( ελλειμμάτων και δημόσιου χρέους ).
Στις ΗΠΑ εφαρμόστηκε στην αρχή της χρηματοοικονομικής κρίσης επεκτατική δημοσιονομική και νομισματική πολιτική με σκοπό την ανάκαμψη.
Για την αντιμετώπιση των δημοσιονομικών προβλημάτων των χωρών της Ευρώπης υιοθετήθηκαν από τις κυβερνήσεις σκληρά μέτρα λιτότητας ( μείωση δημοσίων δαπανών, μισθών, συντάξεων κ.α) με την ελπίδα την ανάκαμψη της οικονομίας. Τα μέτρα αυτά απεδείχθη ότι είναι αναποτελεσματικά σε περίοδο ύφεσης και οδηγούν σε χειρότερα αποτελέσματα ( μείωση παραγωγής, αύξηση ελλειμμάτων).
Οι οικονομολόγοι γνωρίζουν από την εποχή της Μεγάλης Ύφεσης του 1930 ότι πολιτικές λιτότητας και εσωτερικής υποτίμησης μειώνουν τη ζήτηση, επιτείνουν τον αποπληθωρισμό, αυξάνουν την ύφεση και ανεργία καθώς και το δημόσιο και ιδιωτικό χρέος με σημαντική αρνητική επίπτωση στην ανάπτυξη.
Παράλληλα πέραν της επίπτωσης των μέτρων στο ατομικό εισόδημα και μείωση της κατανάλωσης παρατηρούνται όξυνση της ανισοκατανομής του εισοδήματος, αποδυνάμωση της εργατικής και μεσαίας τάξης, εξάλειψη των εργασιακών σχέσεων, των κεκτημένων δικαιωμάτων και τελικά η διάρρηξη της κοινωνικής συνοχής.
Όπως τονίζεται από επιφανείς οικονομολόγους (Krugman Stiglitz κ.α) η πολιτική της δημοσιονομικής λιτότητας σε περίοδο ύφεσης και ανεργίας είναι στρεβλή πολιτική και επιτείνει τα προβλήματα. Αντίθετα σε μια τέτοια κατάσταση για να καταπολεμηθεί η ύφεση και να επέλθει ανάπτυξη, πρέπει να δοθεί προτεραιότητα στην πραγματική οικονομία, δηλαδή στην παραγωγή, στις άμεσες επενδύσεις και συνεπώς στην απασχόληση. Σε αντίθεση με τους Κευνσιανούς οι νεοφιλελεύθεροι αντιμετωπίζουν την εθνική οικονομία σαν υπερχρεωμένο νοικοκυριό που πρέπει πρώτα να μειώσει τα έξοδα και να εξαλείψει τα χρέη του, δηλαδή σε επίπεδο κράτους προτείνεται η εξαφάνιση του ελλείμματος και αποπληρωμή του χρέους. Πιστεύουν ότι μετά την σταθεροποίηση θα προσελκυσθούν επενδυτές, θα αυξηθεί η κατανάλωση και θα αντιμετωπισθεί η ύφεση. Το κράτος συρρικνώνεται και η άνιση κατανομή του εισοδήματος οξύνεται.
Την πολιτική του δημοσιονομικού συντηρητισμού ακολουθούν οι κυβερνήσεις και οι κεντρικές τράπεζες των χωρών της Ευρώπης με την προσδοκία ότι θα αξιολογηθούν θετικά από τους χρηματοπιστωτικούς οίκους αξιολόγησης και θα επηρεαστεί το επιτόκιο δανεισμού τους. Εδώ επισημαίνεται ο μη ουδέτερος ρόλος των οίκων αξιολόγησης στον επηρεασμό των επιτοκίων των ομολόγων μιας χώρας μέσω του υποβιβασμού ή αναβάθμισής της και συνεπώς τον επηρεασμό του κινδύνου χρεοκοπίας της.
Δηλαδή οι κυβερνήσεις εγκατέλειψαν τον σκοπό της απασχόλησης και οικονομικής ανάπτυξης, η οικονομική τους πολιτική υπετάχθη στις χρηματοπιστωτικές αγορές και επικεντρώθηκαν στην χρηματοπιστωτική σταθερότητα και την καταπολέμηση του πληθωρισμού με την άσκηση Νομισματικής πολιτικής που έχει ως αποκλειστικό στόχο τον έλεγχο της προσφοράς χρήματος και των επιτοκίων.
Κατά αυτόν τον τρόπο, δεν αντιμετωπίζεται η οικονομική κρίση και δημιουργείται ο φαύλος κύκλος λόγω των πολιτικών λιτότητας, της επιδείνωσης των ελλειμμάτων, του χρέους και της δημιουργίας βαθύτερης ύφεσης και αυξανόμενης ανεργίας, με επιπτώσεις όπως αναφέρθηκε στους εργαζόμενους και τους κοινωνικά αδύναμους των οποίων τα εισοδήματα και τα δικαιώματα καταρρέουν.
Συμπερασματικά οι οικονομικές κρίσεις, όπως συνέβη πολλές φορές στην οικονομική ιστορία, αναδεικνύουν τις ατέλειες, ανεπάρκειες των οικονομικών θεωριών και των συνακόλουθων οικονομικών πολιτικών που εφαρμόστηκαν από τις κυβερνήσεις. Στην παρούσα κατάσταση προέχει η προσεκτική εξέταση των ιδιομορφιών της γενικευμένης κρίσης και η δημιουργία ενός νέου οικονομικού υποδείγματος και οικονομικής πολιτικής για την αντιμετώπισή της και την λειτουργία του συστήματος. Τούτο συνέβη στο παρελθόν για την αντιμετώπιση της Μεγάλης Ύφεσης το 1930

Ευρωπαϊκή Ένωση και ο ρόλος του ευρώ


Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι πλέον εκείνη των αρχικών δεκαετιών λειτουργίας της (ΕΟΚ). Έχει δημιουργηθεί μετά την παγκοσμιοποίηση μια νέα κατάσταση που απέχει από το όραμα της ενωμένης Ευρώπης και τείνει στην προσαρμογή της Ευρώπης στους όρους της παγκοσμιοποίησης και στην εφαρμογή νεοφιλελεύθερων πολιτικών. Συνοπτικά στην δημιουργία της νέας μορφής της Ε.Ε. έχουν επιδράσει το άνοιγμα των ευρωπαϊκών συνόρων σε τρίτες χώρες, λόγω της ελεύθερης διακίνησης εμπορευμάτων, υπηρεσιών, κεφαλαίων και η μη λήψη μέτρων για τον έλεγχο των χρηματοοικονομικών αγορών, η υπεροχή του ελεύθερου ανταγωνισμού και η εγκατάλειψη των σκοπών της κοινής ανάπτυξης, σύγκλισης των οικονομιών, της εσωτερικής συνοχής και αλληλεγγύης των χωρών μελών και της προώθησης κοινωνικού υποδείγματος.
Από το άνοιγμα των συνόρων σε τρίτες χώρες χαμηλού κόστους παραγωγής προϊόντων και την υιοθέτηση του ελεύθερου ανταγωνισμού επλήγησαν κυρίως οι χώρες της περιφέρειας. Η Ε.Ε. δεν είναι πλέον Ευρωπαϊκή Κοινή Αγορά. Εξάλλου καθίσταται δυσχερής η εφαρμογή εθνικής αναπτυξιακής πολιτικής Κευνσιανού τύπου στις χώρες μέλη. Η θεσμική επιβολή των αρχών και της πολιτικής νεοφιλελευθερισμού σε ευρωπαϊκό επίπεδο δημιούργησε προβλήματα στην εσωτερική συνοχή, στην σύγκλιση των οικονομιών και στην αλληλεγγύη μεταξύ των χωρών μελών της Ε.Ε..
Οι πολιτικές της απορρύθμισης – απελευθέρωσης των χρηματοοικονομικών αγορών και της ελεύθερης κίνησης κεφαλαίων καθώς και η επικράτηση του "ελεύθερου ανταγωνισμού" είχαν δυσμενή αποτελέσματα στις χώρες μέλη διαφοροποιώντας τις σχέσεις τους ως προς την ανάπτυξη. Δεν συνέβαλε στην σύγκλιση των οικονομιών η πολιτική της διεύρυνσης με νέες χώρες μέλη έναντι της εμβάθυνσης της εσωτερικής αγοράς.
Σύμφωνα με άποψη πολιτικών οικονομολόγων, η Ευρώπη περιθωριοποιείται παγκοσμίως μέσα από συνθήκες παρατεταμένης ύφεσης, ανεργίας , εφαρμογής μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής, μείωσης του κοινωνικού κράτους, μη βιωσιμότητας των δημοσίων χρεών και τέλος λόγω του αποπληθωρισμού (0,7%). Η Ευρωζώνη δημιουργήθηκε ως οικονομική και νομισματική ένωση χωρίς ενιαία οικονομική διακυβέρνηση και απεφεύχθη η πολιτική ολοκλήρωση. Υπήρξε μια νομισματική σύγκλιση μεταξύ των κρατών μελών αλλά δεν υπήρξε δημοσιονομική σύγκλιση, εφόσον υπάρχουν τόσες διαφορές στους τομείς της οικονομίας και στο επίπεδο πληθωρισμού, ανεργίας, εξωτερικού ελλείμματος των κρατών μελών. Όπως αναφέρθηκε η οικονομική σύγκλιση εγκαταλείφθηκε.
Εξάλλου η αντικατάσταση του γερμανικού μάρκου που ήταν ο ρυθμιστής του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Συστήματος με το ευρώ είχε σαν αποτέλεσμα η ισχυρή οικονομία της Γερμανίας να είναι η μόνη που διατήρησε το ισχυρό νόμισμα και την αυτονομία της σε ότι αφορά τα μακροοικονομικά της μεγέθη.
Το ευρώ με τη υψηλή του ισοτιμία λειτούργησε ως μηχανισμός ανατίμησης στις χώρες της περιφέρειας ενώ η Γερμανία ακολούθησε πολιτική μισθολογικής συγκράτησης, επέκτασης στην παραγωγή και στις εξαγωγές με σημαντικά πλεονάσματα στο εμπορικό ισοζύγιο έναντι ελλειμμάτων των άλλων χωρών. Το μεγάλο πλεόνασμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της Γερμανίας προκαλεί άνοδο της ισοτιμίας του ευρώ έναντι των άλλων νομισμάτων και επηρεάζει αρνητικά τις εξαγωγές των περιφερειακών χωρών του νότου. Το υπερτιμημένο ευρώ θεωρείται ότι είναι πολύ ισχυρό νόμισμα για τις περιφερειακές χώρες της Ευρωζώνης και επιβαρύνει την ανάκαμψη των οικονομιών χωρίς να επιλύει το πρόβλημα του χρέους και της χρηματοδότησης. Θεωρείται ότι αυξάνει την απόκλιση μεταξύ των κεντρικών και των περιφερειακών χωρών της Ευρωζώνης ( ανεργία, πληθωρισμός, εξωτερικά ελλείμματα) και δεν συμβάλλει στην ανάπτυξη και ανταγωνιστικότητα.
Πρόσφατα τέθηκε το ζήτημα του υπερτιμημένου ευρώ σε σχέση με το γιεν, στερλίνα και δολάριο από τις πολιτικές ηγεσίες χωρών μελών της Ευρωζώνης και ζητήθηκε παρέμβαση της ΕΚΤ για την χάραξη συναλλαγματικής πολιτικής του ευρώ διότι η συναλλαγματική ισοτιμία που διατηρείται δεν αντιστοιχεί στην πραγματική κατάσταση των οικονομιών και δεν βελτιώνεται η ανταγωνιστικότητά τους. Θεωρείται ότι η υποτίμηση του ευρώ έχει θετικές επιπτώσεις στις εξαγωγές και στις εισροές επενδύσεων, επομένως και στην ανάπτυξη. Τίθεται δηλαδή το θέμα του επανακαθορισμού του ρόλου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας σε ότι αφορά την συναλλαγματική πολιτική όπως συνέβη και άλλες φορές με τον μειωμένο ρόλο της ως κεντρικής τράπεζας του ευρώ και των χωρών μελών της Ευρωζώνης, π.χ σε θέματα κοινής εποπτείας, μέτρων ποσοτικής χαλάρωσης της νομισματικής πολιτικής, αγοραπωλησίας χρεογράφων των κρατών μελών κ.λ.π. Τα κράτη μέλη χρηματοδοτούνται άμεσα από τις χρηματοοικονομικές αγορές όπου οι περιφερειακές χώρες δοκίμασαν την κερδοσκοπία των αγορών αυτών. Αντίθετα η ΕΚΤ χρηματοδοτεί τις εμπορικές τράπεζες με διάφορα μέσα και ευνοϊκούς όρους. Τελευταία έχουν παρουσιαστεί, εκτός του προβλήματος του αποπληθωρισμού στην Ευρώπη, η μείωση της ρευστότητας στις τράπεζες και η μείωση των πιστώσεων στις επιχειρήσεις.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η οικονομική κρίση έπληξε περισσότερο τις χώρες της Ευρώπης από της υπόλοιπες χώρες της Δύσης. Η ύφεση εκτός των περιφερειακών χωρών της Ευρωζώνης πλήττει και τις οικονομίες των κεντρικών χωρών. Γαλλία, Ισπανία, Ιταλία, Ολλανδία ακόμη και η Γερμανία αντιμετωπίζουν συρρίκνωση των οικονομιών τους. Οι πολιτικές ηγεσίες της Ευρωζώνης προσανατολίζονται σε χαλάρωση της πολιτικής λιτότητας και επέκταση των χρονοδιαγραμμάτων δημοσιονομικής εξυγίανσης. Παράλληλα προχωρούν με σημαντική καθυστέρηση στην χρηματοδότηση ειδικών προγραμμάτων για την απασχόληση των νέων από επενδυτικές τράπεζες.
Όπως και κάθε άλλη πρωτοβουλία το θέμα της τραπεζικής ένωσης προσκρούει προσωρινά στην αντίσταση των βορείων χωρών. Η τραπεζική ένωση στην Ε.Ε. περιλαμβάνει κοινή εποπτεία των συστημικών Τραπεζών από την ΕΚΤ, συντονισμό των εθνικών πλαισίων εξυγίανσης και δημιουργία μηχανισμού εξυγίανσης με αποθεματικό ταμείο.
Ο ενιαίος εποπτικός μηχανισμός στην Ευρωζώνη προσδοκάται ότι θα σπάσει τον φαύλο κύκλο μεταξύ προβληματικών τραπεζών και υπερχρεωμένων κρατών και αντιστροφών. Ο σκοπός αυτός θα επιτευχθεί με την ανακεφαλαιοποίηση των προβληματικών τραπεζών από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ESM).
Η εφαρμογή όλων αυτών των περιοριστικών πολιτικών και η αποτυχία τους στην αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης καθώς και η απόκλιση της Ευρωπαϊκής Ένωσης από τους αρχικούς σκοπούς έχουν σαν αποτέλεσμα την ανάπτυξη ενός ρεύματος ευρωσκεπτικισμού σχετικού με την αποχώρηση χωρών μελών από την Ε.Ε. καθώς και την διατύπωση προβλέψεων αναφορικά με την κατάργηση του ευρώ και επιστροφή των χωρών μελών της Ευρωζώνης στα εθνικά τους νομίσματα.
Συμπερασματικά οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδιαίτερα οι περιφερειακές, είναι ευάλωτες στην οικονομική κρίση λόγω της αλλαγής του μοντέλου της Ευρώπης και της υιοθέτησης νεοφιλελεύθερων αρχών των πολιτικών που ακολουθήθηκαν, των θεσμικών δομικών αδυναμιών του συστήματος της Ευρωζώνης και του ρόλου του ευρώ.

Η Ελληνική περίπτωση


Στην αρχή της κρίσης, το 2008, δύο μεγάλα προβλήματα χαρακτηρίζουν την λειτουργία της Ελληνικής οικονομίας, το μεγάλο έλλειμμα του προϋπολογισμού του Δημοσίου και το υψηλό δημόσιο χρέος ( δημοσιονομικό πρόβλημα ) καθώς και το πρόβλημα της ανταγωνιστικότητας ( εξωτερικό έλλειμμα και εξωτερικό χρέος) λόγω των συσσωρευμένων ελλειμμάτων του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών.
Η κατάσταση αυτή οφείλετο, μεταξύ των άλλων παραγόντων στην μη ορθή οικονομική πολιτική που ακολούθησαν οι κυβερνήσεις τις προηγούμενες δεκαετίες. Εντούτοις, κάποιοι οικονομολόγοι εκτιμούν ότι δεν ήταν η αιτία η αύξηση των δημοσίων δαπανών η οποία προκάλεσε την κρίση στην χώρα μας. Αυτές εκινούντο για μεγάλο χρονικό διάστημα ως ποσοστό του ΑΕΠ σε ύψος κατώτερο εκείνου των ευρωπαϊκών χωρών. Ήταν η φοροδιαφυγή, η εισφοροδιαφυγή που είχαν σαν αποτέλεσμα χαμηλά δημόσια έσοδα και την δημιουργία ελλειμμάτων.
Πράγματι οι διαδοχικές κυβερνήσεις μετά το 1974 ακολούθησαν πολιτικές που αύξησαν τα προβλήματα και τις παθογένειες στους διαφόρους τομείς της Οικονομίας.
Ιδιαίτερα την τελευταία 20ετία ακολουθήθηκε πολιτική προσαρμογής της Ελληνικής Οικονομίας στις πολιτικές και στις οδηγίες που επικρατούσαν στην Ευρωπαϊκή Ένωση χωρίς να αντιμετωπισθούν τα μεγάλα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα, χωρίς την αναδιάρθρωση του Δημόσιου Τομέα, χωρίς την πάταξη της διαφθοράς, της διαπλοκής, την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής, της παραοικονομίας και του υπερδανεισμού με αποτέλεσμα την αποδυνάμωση της πραγματικής οικονομίας, την μείωση της παραγωγής (γεωργία, βιομηχανία, Βιοτεχνία ) και την δημιουργία των προβλημάτων στον προϋπολογισμό, στο δημόσιο χρέος και στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.
Μετά από ένα κρίσιμο χρονικό διάστημα αδράνειας της κυβερνήσεως το 2009 το οικονομικό πρόβλημα της χώρας, όπως αναφέρθηκε, μετετράπη σε κρίση χρέους καθότι οι χρηματοοικονομικές αγορές αντέδρασαν αρνητικά αναφορικά με τη οικονομική κατάσταση της χώρας , την ύπαρξη διπλών ελλειμμάτων και χρεών και τα επιτόκια δανεισμού ανήλθαν σημαντικά καθιστώντας την περαιτέρω χρηματοδότηση του δημοσίου χρέους ανέφικτη.
Επιπρόσθετα σημαντική καθυστέρηση στη λήψη αποφάσεων για την αντιμετώπιση του Ελληνικού προβλήματος αλλά και των προβλημάτων των άλλων χωρών της περιφέρειας, επέδειξε η πολιτική ηγεσία της Ευρωζώνης εφαρμόζοντας κυρίως πολιτικές "εθνικές" στις χώρες της περιφέρειας, πολιτικές λιτότητας και εσωτερικής υποτίμησης ( μείωση δημοσίων δαπανών ιδιαίτερα κοινωνικών, μείωση του ΑΕΠ) οι οποίες εξαντλούν την αντοχή και ανοχή των κατοίκων των χωρών αυτών και οδηγούν σαν βαθύτερη ύφεση τις οικονομίες τους.
Όπως αναφέρθηκε, η πολιτική ηγεσία της Ευρωζώνης δεν αντιμετώπισε την οικονομική κρίση (ύφεση, ανεργία, αύξηση ελλειμμάτων και χρέους) ως ευρωπαϊκή οικονομική κρίση αλλά περιορίστηκε εφαρμόζοντας νεοφιλελεύθερες πολιτικές στο πλαίσιο των Μνημονίων που έχουν αποτύχει.
Η ελληνική κρίση χρέους όπως διαμορφώθηκε είναι και απόρροια του τρόπου που σχεδιάστηκε η Ευρωζώνη και οι θεσμοί της. Δημιουργήθηκε μια νομισματική ένωση χωρίς δημοσιονομική ένωση χωρίς ενιαία κεντρική διακυβέρνηση που θα είχε την ευθύνη για την φορολογία, τις δαπάνες και την μεταβίβαση πόρων. Απεφεύχθη η πολιτική ολοκλήρωση. Η κρίση στην Ευρωζώνη είναι δημοσιονομική και νομισματική η οποία μεταβάλλεται σε πολιτική. Δεν είχαν σχεδιαστεί οι κατάλληλοι θεσμοί και οργανισμοί για την αντιμετώπιση μιας συνολικής οικονομικής κρίσης.
Οι αδυναμίες των ελληνικών κυβερνήσεων στην άσκηση οικονομικής πολιτικής λόγω της συμμετοχής της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωζώνη καθιστούν ατελέσφορη την προσπάθεια για επηρεασμό της πραγματικής οικονομίας και αντιμετώπιση της κρίσης με τα κλασσικά μέσα- εργαλεία της οικονομικής πολιτικής. Πράγματι μια σειρά πολιτικών και τα αντίστοιχα μέσα έχουν εκχωρηθεί σταδιακά στην Ε.Ε. και στην Ευρωζώνη όπως η αναπτυξιακή πολιτική κατά κλάδους της οικονομίας, η περιφερειακή πολιτική, η νομισματικήπολιτική, η συναλλαγματική πολιτική και σύντομα η δημοσιονομική πολιτική. Η εργατική πολιτική και κοινωνική πολιτική τα τελευταία χρόνια επηρεάζονται περιοριστικά από τους όρους του Μνημονίου και την πολιτική λιτότητας που ακολουθείται με αποτέλεσμα την διάλυση των εργασιακών σχέσεων και του κράτους πρόνοιας.
Τα χαρακτηριστικά της Ελληνικής Οικονομίας μετά τρία χρόνια πολιτικής δημοσιονομικής προσαρμογής, εσωτερικής υποτίμησης και λιτότητας απεικονίζινται στα μεγέθη της ύφεσης – συνολικά 20% μείωση του ΑΕΠ – της ανεργίας – περίπου 1,4 εκατ. άνεργοι (28%) - , ιδιαίτερα στις νεαρές ηλικίες – στην κατάρρευση του κοινωνικού ασφαλιστικού συστήματος και στην πλήρη αποδυνάμωση των τραπεζών. Επιπλέον το χρέος καθίσταται μη βιώσιμο – 309 δις το 2013.
Στην κατάσταση αυτή συνέτεινε η αναδιάρθρωση χρέους που έγινε πολύ αργά ( το 2012) όταν οι ευρωπαϊκές τράπεζες – των οποίων η έκθεση σε ελληνικά ομόλογα ήταν μεγάλη το 2010 – είχαν ήδη ελευθερωθεί από το βάρος των ελληνικών ομολόγων. Έτσι το βάρος του "κουρέματος" έπεσε στις ελληνικές τράπεζες, στα ασφαλιστικά ταμεία, σε ιδρύματα, σε οργανισμούς του Δημοσίου και σε φυσικά πρόσωπα (κατόχους ομολόγων κ.α). Η αναδιάρθρωση του χρέους έπρεπε να είχε γίνει στις αρχές της εμφάνισης της ελληνικής κρίσης χρέους (2009), όταν υπήρχε η δυνατότητα νομικής αντιμετώπισης σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο.
Η σημερινή χρηματοοικονομική κατάσταση των τραπεζών οφείλεται στην μείωση των καταθέσεων, στην μετακίνηση καταθέσεων σε άλλες χώρες, στις αυξημένες επισφάλειες – λόγω κλεισίματος επιχειρήσεων ή και αδυναμίας των καθώς και των νοικοκυριών να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους – και στις συνέπειες της αναδιάρθρωσης του χρέους - "κουρέματος" των ομολόγων που κατείχαν. Η ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών συστημικών τραπεζών κατατείνει στην επάρκεια των ιδίων κεφαλαίων τους και συνακόλουθα στην εδραίωση της εμπιστοσύνης του κοινού και της αξιοπιστίας των, με επακόλουθο την επιστροφή τους στις χρηματοοικονομικές αγορές και τελικά προσδοκάται η χρηματοδότηση αξιόχρεων επιχειρήσεων και νοικοκυριών εκ μέρους των.
Συμπερασματικά η χώρα μας , μια μικρή, ανοιχτή, περιφερειακή οικονομία με χρόνια διαρθρωτικά προβλήματα σε όλους τους τομείς της και δυσλειτουργίες στις εσωτερικές αγορές της με αναποτελεσματικό Δημόσιο Τομέα και χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης της πραγματικής οικονομίας τις τελευταίες δεκαετίες λειτουργούσε μέσα στο πλαίσιο της πολιτικής και των οδηγιών εναρμόνισης της Ε.Ε. καθώς και σε εκείνο της Ευρωζώνης. Ακολουθώντας ένα μη παραγωγικό οικονομικό υπόδειγμα το οικονομικό της πρόβλημα μετετράπη σε κρίση χρέους λόγω εγκλωβισμού και εξάρτησής της από τις χρηματοοικονομικές αγορές και η κρίση χρέους λόγω των μνημονίων και των βίαιων πολιτικών εσωτερικής υποτίμησης, ιδιαίτερα μέσω της αύξησης των φόρων και μείωσης των κοινωνικών και επενδυτικών δαπανών, σε αυτοτροφοδοτούμενη οικονομική, κοινωνική κρίση και συνακόλουθα λόγω και του "κουρέματος" των ομολόγων σε χρηματοπιστωτική. Η αύξηση των φόρων σε συνδυασμό με την μείωση δημοσίων δαπανών σε συνθήκες κρίσης οδηγεί σε αποδόμηση της παραγωγικής βάσης (επιχειρήσεις) και αύξηση της ανεργίας. Η συνέχιση της αυστηρής δημοσιονομικής προσαρμογής είναι καταστροφική για την χώρα.

Προοπτικές – Προτάσεις


Στο χρονικό αυτό σημείο πρέπει να επαναπροσδιοριστεί η στάση της κυβέρνησης σε ότι αφορά τους όρους του Μνημονίου και να αντικατασταθεί από μια νέα συμφωνία με την πολιτική και οικονομική ηγεσία της Ευρωζώνης προς την κατεύθυνση της οικονομικής ανασυγκρότησης.
Πέραν αυτών σημειώνεται ότι η Ευρωζώνη θα αντιμετωπίσει το πρόβλημα της κάλυψης της χρηματοδότησης του ελληνικού προγράμματος 2015-2016 κάτω από τις σημερινές συνθήκες ύφεσης.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις έγκυρων διεθνών κύκλων (FINANCIAL TIMES) υποστηρίζεται ότι η Ελλάδα θα παραμείνει σε ένα φαύλο κύκλο ύφεσης και δημόσιου χρέους έως ότου αναγκαστεί να κηρύξει στάση πληρωμών και να επιστρέψει στο εθνικό της νόμισμα. Οι εκτιμήσεις αυτές δημοσιοποιούνται αμέσως μετά την ομολογία του ΔΝΤ για τα σημαντικά λάθη του πρώτου Μνημονίου.
Η απουσία ολοκληρωμένης εθνικής πολιτικής αντιμετώπισης της κρίσης δημιουργεί την ανάγκη κατάρτισης σχεδίου παραγωγικής ανασυγκρότησης – Εθνικού Σχεδίου Ανάπτυξης – προκειμένου να επιτευχθεί μεσοπρόθεσμα η ανάκαμψη και εν συνεχεία η ανάπτυξη με επίκεντρο την πραγματική οικονομία σύμφωνα με τις δυνατότητες και ιδιαιτερότητες των διαφόρων παραγωγικών τομέων της Οικονομίας όπως ο Αγροτικός , ο Βιομηχανικός, η Βιοτεχνία, ο Ενεργειακός τομέας, ο Τουρισμός, η Ναυτιλία, οι Υπηρεσίες, το Εμπόριο, ο Χρηματοπιστωτικός Τομέας και ο Δημόσιος Τομέας. Πρέπει να γίνει επανακαθορισμός του ρόλου του Δημόσιου Τομέα, αναδιάρθρωση, αναδιοργάνωσή του με σκοπό την ανάπτυξη, την απασχόληση, την αναδιανομή του εισοδήματος και την κάλυψη κοινωνικών αναγκών Υγείας, Πρόνοιας και Ασφάλισης. Ιδιαίτερα επιβάλλεται η αλλαγή του οικονομικού υποδείγματος ώστε να δοθεί έμφαση στην παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών υψηλής προστιθέμενης αξίας στον αγροτικό και βιομηχανικό τομέα με την απασχόληση υψηλού επιπέδου ανθρωπίνου δυναμικού. Ταυτόχρονα πρέπει να γίνουν όλες εκείνες οι μεταρρυθμίσεις που θεωρούνται αναγκαίες για την εξάλειψη των αδυναμιών και παθογενειών των Τομέων της Οικονομίας και οι αναγκαίες ρυθμίσεις των εσωτερικών αγορών με κριτήριο την αύξηση της παραγωγής και της απασχόλησης καθώς και την εύρυθμη λειτουργία της οικονομίας.
Η επανεκκίνηση της οικονομίας και η δημιουργία σταθερού θεσμικού περιβάλλοντος ( πολιτικό σύστημα , φορολογικό, εργασιακό, επενδυτικό κλπ ) πρέπει να αρχίσουν από τον Δημόσιο Τομέα για να ακολουθήσει και ο Ιδιωτικός Τομέας. Οι δημόσιες δαπάνες αποτελούν σταθεροποιητικό παράγοντα βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα αναπτυξιακό παράγοντα της οικονομίας.
Η προσέλκυση ξένων επενδύσεων συνδέεται με την άρση σειράς αβεβαιοτήτων των επενδυτών αναφορικά με την κατάσταση της οικονομίας , την κατάσταση του τραπεζικού συστήματος , την έλλειψη Σχεδίου ανασυγκρότησης. Αξίζει να σημειωθεί, η έξοδος από την κρίση και όχι μόνο από την ύφεση πρέπει να γίνει με την προσέλκυση μακροχρόνιων κεφαλαίων, επενδύσεων, οι οποίες να δημιουργούν θέσεις εργασίας. Το βασικό πρόβλημα της ανεργίας σε συνδυασμό με εκείνο της μετανάστευσης αντιμετωπίζεται με μεγάλες δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις και βαθμιαία κατάργηση των μέτρων της αυστηρής δημοσιονομικής προσαρμογής.
Η διαπραγμάτευση του Σχεδίου Ανάπτυξης- το οποίο θα βασίζεται σε ευρύτερη κοινωνική συναίνεση. αντί των επιβαλλόμενων Μνημονίων πρέπει να γίνει με την Ευρωπαϊκή Ένωση με την επίκληση κατάστασης εκτάκτου ανάγκης στην οποία περιήλθε η χώρα. Πράγματι η πολιτική δημοσιονομικής προσαρμογής που ακολουθείται είναι δυνατόν να δημιουργήσει κατάσταση μακροχρόνιας ύφεσης από την οποία δύσκολα θα ξεφύγει η Ελληνική Οικονομία. Στην κατεύθυνση αυτή απαιτείται η συνεργασία και των άλλων πληττόμενων ευρωπαϊκών χωρών σε μια σειρά ενεργειών όπως:

  • Χαλάρωση της δημοσιονομικής πολιτικής προσαρμογής και χρονική της επέκταση. Διαπραγμάτευση επιτοκίων. Ρήτρα Ανάπτυξης στην αποπληρωμή
    χρέους
  • Καθιέρωση εναλλακτικής ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής με έμφαση στην ανάπτυξη και στην μείωση της ανεργίας
  • Αλλαγή του ρόλου και των δραστηριοτήτων της ΕΚΤ. Επεκτατική Αναπτυξιακή Νομισματική πολιτική
  • Αναθεώρηση του ρόλου του Ευρώ
  • Προώθηση των ενεργειών για ενοποίηση του Ευρωπαϊκού Τραπεζικού Συστήματος.
  • Καθιέρωση προγραμμάτων με χρηματοδότηση από την Ευρωπαϊκή ΤράπεζαςΕπενδύσεων για αναπτυξιακά έργα σε τομείς της Οικονομίας και σε μικρομεσαίους επιχειρηματίες
  • Επανεξέταση της ελεύθερης διακίνησης κεφαλαίων και εμπορευμάτων με τρίτες χώρες.
  • Φορολόγηση των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών – Ρύθμιση των
    χρηματοοικονομικών αγορών.
  • Πάταξη της φοροδιαφυγής – Φορολογική εναρμόνιση.
  • Αποκατάσταση του Κοινωνικού Κράτους και βελτίωση των συστημάτων Υγείας , Ασφάλισης, Πρόνοιας.
  • Καθιέρωση Ευρωπαϊκών Οίκων Αξιολόγησης.
  • Ενίσχυση της κινητικότητας της εργασίας


Αναμφισβήτητα το εγχείρημα είναι δύσκολο, διότι η κυριαρχούσα αντίληψη και πρακτική είναι παγιωμένη κατάσταση. Εξάλλου το εγχείρημα προσκρούει και έχει να αντιμετωπίσει ιδεολογικά, πολιτικά, επιχειρηματικά, οικονομικά εμπόδια. Είναι γνωστό ότι το σύστημα της "ελεύθερης αγοράς" θεωρητικά και εμπειρικά παρουσιάζει ατέλειες, ανεπάρκειες και οδηγεί στην ρύθμισή του και στην αναγκαία συνεργασία – αλληλεξάρτηση με τον Δημόσιο Τομέα στα πλαίσια μιας Μεικτής Οικονομίας.
Οπωσδήποτε η οικονομική κρίση και η αντιμετώπισή της συνδέεται και με θέματα Ηθικής, Πολιτικής και λειτουργίας της Δημοκρατίας και των δημοκρατικών θεσμών καθώς και με θέματα Γεωπολιτικής
Η πλήρης γνώση και συνειδητοποίηση εκ μέρους των πολιτών της κατάστασης της Ελληνικής Οικονομίας, του αδιεξόδου της και της κρισιμότητας του χρόνου αποτελεί σημαντικό παράγοντα για τις αναγκαίες μεταβολές.