background image

Δράσεις Μελών ::: Η διαμάχη ΔΝΤ-ΕΕ: Μια διαφορετική ανάγνωση

Το παρόν άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Ναυτεμπορική» της 28ης Ιουνίου 2013, με τίτλο «Αλήθειες και ψέματα για την ελληνική οικονομία»

-Βασίλειος Δαλαμάγκας
Ομότιμος  καθηγητής - Τμήμα Οικονομικών Επιστημών Πανεπιστημίου Αθηνών
----------------------------------------------------------

Ένας ανεπίσημος απολογισμός  του ΔΝΤ για το ελληνικό πρόγραμμα  προσαρμογής έδωσε και πάλι την ευκαιρία ─ μετά τον θόρυβο που προκάλεσαν οι πολλαπλασιαστές ─ στην ελληνική κοινωνία και το ελληνικό πολιτικό σύστημα να μεταθέσουν τις ευθύνες τους για τη βαθειά ύφεση της οικονομίας σε εξωχώριες δυνάμεις. Η προσοχή επικεντρώθηκε στην κριτική που άσκησε το ΔΝΤ προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για το γεγονός ότι  η τελευταία δεν μερίμνησε έγκαιρα για την απομείωση του δημοσίου χρέους της Ελλάδας και δεν ενσωμάτωσε αναπτυξιακά μέτρα στα προγράμματα εξυγίανσης.

Η κριτική αυτή φαίνεται εκ πρώτης όψεως να δικαιώνεται, με βάση τα αποτελέσματα που προέκυψαν από την τριετή εφαρμογή των μνημονίων: πτώση του ΑΕΠ κατά 25%, αντί του προβλεπομένου  5%,   ανεργία στο 28%, αντί του προβλεπομένου 15%, αποκλίσεις ελλειμμάτων και χρέους από τους στόχους κ.ο.κ. Υπάρχουν όμως δύο κρίσιμα ερωτήματα, που πρέπει να απαντηθούν, πριν διαμορφώσουμε μία σωστή θέση πάνω στο θέμα αυτό.

Το πρώτο ερώτημα έχει να κάνει με το ποιά είναι τα αίτια, που προκάλεσαν τις αστοχίες στις εκτιμήσεις και τις ενέργειες της τρόικας. Το δεύτερο ερώτημα είναι σε ποιό βαθμό ευθύνονται οι αστοχίες της τρόικας για τον εκτροχιασμό των βασικών οικονομικών μας δεικτών.  Ας αρχίσουμε με το πρώτο ερώτημα.

Το ολίσθημα του ΔΝΤ ήταν ότι…αναγκάσθηκε κατά κάποιο τρόπο να παρέμβει για να προλάβει τη χρεοκοπία ης Ελλάδος, παρά το γεγονός ότι το χρέος της δεν ήταν βιώσιμο και παρά το γεγονός ότι δεν είχε τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει τα δύο κλασσικά εργαλεία, που χρησιμοποιούσε σε όλες τις παρεμβάσεις του  σε άλλες χώρες: την υποτίμηση του εγχώριου νομίσματος και την αναδιάρθρωση του χρέους. Σημειώνεται ότι στην αναδιάρθρωση του χρέους αντιδρούσαν έντονα τόσο οι ελληνικές πολιτικές δυνάμεις, όσο και τα άλλα κράτη της ευρωζώνης..

Η ευρωζώνη επικρίνεται λοιπόν από το ΔΝΤ διότι δεν προέβη άμεσα σε αναδιάρθρωση του ελληνικού δημόσιου χρέους, ώστε να αρχίσει από σταθερότερα θεμέλια η προσπάθεια εξυγίανσης της ελληνικής οικονομίας (χαμηλότερο χρέος με επιμήκυνση του χρόνου λήξης του, μειωμένα επιτόκια, περιορισμένα ελλείμματα, κλπ.) Η θέση της Ευρωζώνης εν προκειμένω είναι επίσης σαφής. Η ΟΝΕ, με βάση τις ιδρυτικές της συνθήκες, είναι νομισματική ένωση. Δεν είναι ούτε πολιτική, ούτε καν δημοσιονομική. Ισχύει δε θεσμικά η αρχή του «no bailing out», με την έννοια ότι το κάθε μέλος είναι αποκλειστικά και μόνο υπεύθυνο για τη διόρθωση των δημοσιονομικών του αποκλίσεων, απαγορευομένης κάθε μορφής βοήθειας ή παρέμβασης από τα υπόλοιπα μέλη. Γι΄αυτό άλλωστε και θεσπίστηκαν τα ανώτατα αποδεκτά όρια χρέους (60%) και ελλείμματος (μέχρι 3%) ως μέσα αυτοπειθαρχίας των κρατών-μελών.

Επομένως, τα κράτη-μέλη δεν είχαν καμία νομική υποχρέωση να παρέμβουν για τη διάσωση της Ελλάδας. Παρενέβησαν για να διασώσουν το όλο οικοδόμημα της ΟΝΕ από τον κίνδυνο κατάρρευσης, λόγω ενδεχόμενης μετάδοσης της κρίσης από τη Ελλάδα σε άλλους ασθενείς κρίκους της (θεωρία του «domino»). Στην περίπτωση αυτή, το κόστος θα ήταν σημαντικά υψηλότερο σε σχέση με το κόστος διάσωσης της Ελλάδας, δεδομένου ότι η ευρωζώνη κατελήφθη εξ απήνης και δεν είχε οργανώσει κανένα αμυντικό μηχανισμό για την αντιμετώπιση συστημικών κινδύνων.

 

Ήταν λοιπόν σχετικά δικαιολογημένη η αντίληψη, που επικρατούσε στις κυβερνήσεις των κρατών-μελών, ότι η οποιαδήποτε συνδρομή στην Ελλάδα θα έπρεπε να έχει «τιμωρητικό η εκδικητικό» χαρακτήρα, για να αποτραπεί η εμφάνιση παρόμοιων καταστάσεων στο μέλλον. Εξάλλου, τα δεδομένα του ελληνικού προβλήματος ήταν συντριπτικά σε βάρος της χώρας μας. Το χρέος της Ελλάδας το 2009 ήταν περίπου στο 160% του ΑΕΠ, κατεχόμενο κατά 80% από κατοίκους άλλων χωρών, το δημοσιονομικό έλλειμμα  στο 16%, το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών στο 15%, η ανταγωνιστικότητα  της ελληνικής οικονομίας στα χαμηλότερα επίπεδα σε σχέση με τους εταίρους μας και η Δημόσια Διοίκηση αναποτελεσματική, γραφειοκρατική και διαβρωμένη. Η δυνατότητα προσφυγής στις διεθνείς αγορές για δανεισμό με λογικούς όρους ήταν πλέον ανύπαρκτη, ο κίνδυνος χρεοκοπίας και εξόδου από την ευρωζώνη άμεσος και η ανάρρωση της οικονομίας σχεδόν αδύνατη, χωρίς δραστική παρέμβαση με σκληρούς όρους από τους πιστωτές.

Υπό αυτές τις συνθήκες, θεωρήθηκε ότι μία πρόωρη αναδιάρθρωση (κούρεμα) του χρέους θα χαλάρωνε τις προσπάθειες της χώρας μας για εξυγίανση και θα έθετε σε κίνδυνο τον εύθραυστο χρηματοπιστωτικό τομέα της ευρωζώνης.

Από εδώ και πέρα αρχίζουν οι ευθύνες του ελληνικού πολιτικού συστήματος (και όχι μόνο), μπροστά στις οποίες ωχριούν οι ευθύνες της τρόικας. Δεν θα αναλύσουμε τις ευθύνες του πολιτικού κόσμου (και των υπόλοιπων φορέων) κατά την προ του 2009 περίοδο, διότι αυτές έχουν κατά κόρο ερευνηθεί στο παρελθόν. Θα αναλύσουμε όμως τα λάθη μας μετά την είσοδο της χώρας στο μηχανισμό στήριξης (μνημόνια) από το 2010 και μετά.

Το θεμελιώδες λάθος του πολιτικού συστήματος της Ελλάδας, ιδίως κατά την πρώτη μνημονιακή περίοδο, 2010-2012, είναι ότι δεν έδειξε να έχει διδαχθεί τίποτε από τα τραγικά διαχειριστικά λάθη των προηγούμενων τριάντα ετών. Ο δημοσιονομικός εκτροχιασμός της χώρας είχε αρχίσει από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 και επί τρεις δεκαετίες οι διεθνείς οργανισμοί ( ΔΝΤ, ΟΟΣΑ, ΕΟΚ κλπ) και η Τράπεζα της Ελλάδος με τις ετήσιες εκθέσεις τους, περιέγραφαν τις επιδεινούμενες οικονομικές αποκλίσεις και υπεδείκνυαν τα κατάλληλα μέτρα για την αποκατάσταση των μακροοικονομικών ισορροπιών. Τα μέτρα αυτά ταξινομούνται σε τρεις κατηγορίες: Περιορισμός του μεγέθους του δημοσίου τομέα (μείωση αριθμού υπηρετούντων, εκσυγχρονισμός της λειτουργίας του, εξάλειψη γραφειοκρατίας και διαφθοράς), διεύρυνση της φορολογικής βάσης (πάταξη φοροδιαφυγής) και ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας (συγκρατημένη εισοδηματική πολιτική, άνοιγμα αγορών αγαθών και υπηρεσιών, άνοιγμα κλειστών επαγγελμάτων, ευελιξία στην αγορά εργασίας). 

Στις παραπάνω υποδείξεις, το πολιτικό σύστημα δεν εκώφευσε απλώς. Έκανε το ακριβώς αντίθετο. Τα ίδια περίπου μέτρα (συν τις ιδιωτικοποιήσεις) ζήτησε και η τρόικα κατά την υπογραφή του πρώτου μνημονίου. Το πολιτικό μας σύστημα αυτή τη φορά δεν τήρησε τις δεσμεύσεις του (ή κάποιες από αυτές τις τήρησε πλημμελώς).

Συγκεκριμένα, το πολιτικό σύστημα επέλεξε να επικεντρώσει την όλη προσπάθεια οικονομικής προσαρμογής στο αδύνατο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας, μέσω της οριζόντιας δραστικής περικοπής μισθών και συντάξεων και μέσω της υπερφορολόγησης μισθωτών και επιχειρήσεων.

Αντί της τεχνολογικής αναβάθμισης του Υπουργείου Οικονομικών, της επαρκούς στελέχωσης του φοροεισπρακτικού και φοροελεγκτικού μηχανισμού και της εφαρμογής των υποδείξεων δεκάδων Ελλήνων και ξένων εμπειρογνωμόνων σε θέματα σύλληψης της φοροδιαφυγής, προτιμήθηκε η οδός της βίαιης ανακατανομής φόρων και εισοδημάτων σε βάρος των ευπαθών ομάδων του πληθυσμού. Η αιτιολογία ήταν ότι μόνο με την πολιτική της επιλεκτικής λιτότητας στο 70% του πληθυσμού θα μπορούσαν να καλυφθούν τα ελλείμματα  του Δημοσίου και να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.
Το αποτέλεσμα της πολιτικής αυτής είναι κάποια δειλά βήματα προς τη σωστή κατεύθυνση:

1) Το κενό ανταγωνιστικότητας  έχει κλείσει κατά 80%  περίπου, οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών έχουν ενισχυθεί, η εμπιστοσύνη στο τραπεζικό σύστημα έχει μερικώς αποκατασταθεί, μέσω της ανακεφαλοποίησής του, ο κίνδυνος εξόδου από το ευρώ και χρεοκοπίας έχει απομακρυνθεί και η αξιοπιστία της χώρας αρχίζει δειλά να αποκαθίσταται.
2)Το έλλειμμα του προϋπολογισμού το 2012 περιορίστηκε στο 6% του ΑΕΠ και το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών στο 3%.

Η πρόοδος όμως αυτή είναι ανεπαρκής και αβέβαιη. Σχηματικά, μπορεί να λεχθεί ότι αντιπροσωπεύει το 10% περίπου της διαδρομής, που θα μπορούσε να καλυφθεί, αν το πολιτικό σύστημα εφάρμοζε αποφασιστικά και από την αρχή τις οδηγίες της τρόικας. Πράγματι:
1) Η βελτίωση του ισοζυγίου πληρωμών οφείλεται κυρίως στη μείωση             των εισαγωγών , λόγω ύφεσης, και όχι στην τόνωση των εξαγωγών.
2) Η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, λόγω μείωσης του εργατικού κόστους, δεν έχει το αναμενόμενο πρακτικό αντίκρυσμα, διότι οι δύο από τους  τρεις πυλώνες, οι οποίοι την στηρίζουν, έχουν παραμεληθεί: Ο εκσυγχρονισμός της αγοράς προϊόντος δεν έχει ακόμη προχωρήσει (περιορισμένος ανταγωνισμός, υψηλές τιμές, κλειστά επαγγέλματα, μη καινοτόμο επιχειρηματικό πνεύμα), ενώ ο περιορισμός του μεγέθους και η ποιοτική αναβάθμιση του δημόσιου τομέα καρκινοβατούν (γραφειοκρατία, διαφθορά, αδιαφάνεια). Εδώ θα πρέπει να προστεθεί και το αναχρονιστικό θεσμικό πλαίσιο (άναρχο φορολογικό σύστημα, βραδεία απονομή δικαιοσύνης, προβληματική αδειοδότηση,κλπ.). Ο τρίτος πυλώνας, δηλ. η αγορά εργασίας, έχει γίνει αρκετά ευέλικτος, αν και σε ορισμένους τομείς υστερεί σε σχέση με τα ισχύοντα στην ευρωζώνη (απολύσεις, αποζημιώσεις κλπ.).
3) Το δημοσιονομικό έλλειμμα έχει μεν υποχωρήσει (αν και σε κάποιο βαθμό εικονικά, μέσω της αναβολής δαπανών), πλην όμως το δημόσιο χρέος αυξάνεται, τόσο σε απόλυτες τιμές, όσο και ως ποσοστό του ΑΕΠ. Αυτό συμβαίνει διότι τα νέα δάνεια που μας χορηγεί η τρόικα αντικαθιστούν τα εξοφλούμενα παλαιά, αλλά το έλλειμμα του κάθε έτους προστίθεται στο υφιστάμενο χρέος.
4) Η ύφεση και η λιτότητα αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση για την εξάλειψη της πηγής δημιουργίας όλων των δεινών της χώρας, δηλ. την υπερκατανάλωση με δανεικά, κατά την περίοδο 1980-2009. Το γεγονός ότι η βαθειά ύφεση διαιωνίζεται οφείλεται στο ότι οι πηγές που τροφοδοτούν την υπερκατανάλωση (παραοικονομία, φοροδιαφυγή, διαφθορά, αναποτελεσματική δημόσια Διοίκηση, ελλείμματα Δημοσίου, κλπ.) δεν έχουν ακόμη τεθεί υπό έλεγχο,  με ευθύνη του πολιτικού μας συστήματος. Και εάν δεν εξαλειφθούν οι μακροοικονομικές ανισορροπίες, δεν προχωρήσουν οι ιδιωτικοποιήσεις, δεν αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη του διεθνούς παράγοντα στις πολιτικές δυνάμεις της χώρας, οι προοπτικές ανάπτυξης συνεχώς θα απομακρύνονται.

Η απάντηση λοιπόν στο δεύτερο ερώτημα θα μπορούσε να δοθεί με το εξής ρητορικό ερώτημα: όλα όσα αναφέρθηκαν παραπάνω έχουν καμιά σημαντική σχέση με τη διαμάχη μεταξύ ΔΝΤ και ΕΕ ;