background image

Ημερίδα ::: Κοινωνική Ασφάλιση, Διαπιστώσεις Προοπτικές Προτάσεις


Του Σάββα Γ. Ρομπόλη

Καθηγητή Παντείου Πανεπιστημίου

Επιστ. Δ/ντή ΙΝΕ/ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ

 
 

Η εγκαθίδρυση και η παράταση των συνθηκών της ύφεσης στην Ελλάδα (2008-2015), ως αποτέλεσμα ενός αντιφατικού, εσφαλμένου, αποσπασματικού και μονομερούς «προγράμματος διάσωσης» της ελληνικής οικονομίας σηματοδοτεί την προοπτική χρονικής υπέρβασης ακόμη και της Μεγάλης Ύφεσης του 1929, δεδομένου ότι με τις πιο αισιόδοξες παραδοχές η ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας εμφανίζεται αναιμική από το 2015. Παράλληλα, η αποσύνθεση του αποθεματικού κεφαλαίου με εξωασφαλιστικές παρεμβάσεις κατά την περίοδο πριν και μετά την οικονομική κρίση εξάντλησε «τα αναχώματα θωράκισης» του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης από τις συνέπειες της οικονομικής κρίσης και ύφεσης. Το ίδιο οι νομοθετικές παρεμβάσεις που συντελέσθηκαν τα τελευταία 20 χρόνια (1998-2008) στην Ελλάδα και στα άλλα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης παρά την μείωση του επιπέδου των συντάξεων από 7%-20%, δεν κατόρθωσαν να υποστηρίξουν την οικονομική κατάσταση των κοινωνικο-ασφαλιστικών συστημάτων, ιδιαίτερα, ενόψει των νέων δεδομένων και των συνεπειών της ύφεσης. Έτσι, η αύξηση της ανεργίας (29% το 2012, δηλ. 1.500.000 άτομα) και η μείωση των μισθών στερεί την κοινωνική ασφάλιση από πόρους της τάξης των 10,5 δις ευρώ, η εισφοροδιαφυγή από την αδήλωτη και ανασφάλιστη εργασία καθώς και από τις ευέλικτες μορφές απασχόλησης με 8,5 δις ευρώ και η μη καταβολή των οφειλών του κράτους από το 1993 στα ασφαλιστικά Ταμεία (12 δις ευρώ) συρρικνώνουν σοβαρά την οικονομική κατάσταση της κοινωνικής ασφάλισης. Επιπλέον, το «πρόγραμμα διάσωσης» της ελληνικής οικονομίας αντιμετώπισε το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης ως δημοσιονομικό ζήτημα με στόχους που υποτάσσονται στους στόχους και το περιεχόμενο της δημοσιονομικής πειθαρχίας που επιβάλλονται από τους δανειστές της χώρας (Ν. 3845/10) και όχι ως θεμελιώδη συνιστώσα του κοινωνικού κράτους. Έτσι, σύμφωνα με τους υπολογισμούς των διεθνών οργανισμών (Ε.Ε, ΕΚΤ, ΔΝΤ), το επίπεδο των συνταξιοδοτικών δαπανών στην Ελλάδα από 14,8% του ΑΕΠ το 2010 θα φθάσει στο 17,4% του ΑΕΠ το 2060. Με άλλα λόγια, οι συνταξιοδοτικές δαπάνες κατά την περίοδο 2010-2060 προβλέπεται (Μνημόνιο 1 και 2) από τους δανειστές μας να αυξηθούν κατά 2,6% του ΑΕΠ (Ν. 3863/10) ως αποτέλεσμα της μείωσης των συντάξεων (κύριων, επικουρικών, εφάπαξ), της αύξησης των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης, του σημαντικού περιορισμού των ασφαλιστικών δικαιωμάτων και των κοινωνικών επιδομάτων και τέλος της χρηματοδοτικής απόσυρσης του κράτους κατά την περίοδο 2009-2014 και ιδιαίτερα μετά την 1/1/2015 από το δημόσιο συνταξιοδοτικό σύστημα. Οι εξελίξεις αυτές σηματοδοτούν στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης στην Ελλάδα δύο μορφές αλλαγών: α) παραμετρικές αλλαγές (μείωση συντάξεων, αύξηση ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης, αλλαγή τρόπου υπολογισμού των συντάξεων, κλπ.) και β) ανατροπή και αλλαγή του μοντέλου του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, με αυτό των τριών πυλώνων (κύρια σύνταξη υποβαθμισμένη, ατομικοί υποχρεωτικοί λογαριασμοί, επαγγελματικά ταμεία) που έχουν προτείνει (23/11/2005) με έκθεσή τους για την Ελλάδα το ΔΝΤ και η Παγκόσμια Τράπεζα, με περιορισμό της κρατικής χρηματοδότησης, μείωση των συνταξιοδοτικών δαπανών και επικράτηση της ιδιωτικοποιημένης ασφάλισης. Έτσι, η επιδίωξη αυτή ελέγχου της αύξησης των συνταξιοδοτικών δαπανών στην Ελλάδα από τους δανειστές της χώρας κατά την περίοδο 2010-2060 (από 24,1% του ΑΕΠ σε 17,4% του ΑΕΠ το 2060) κατά 7% περίπου του ΑΕΠ, παράλληλα με την αύξηση κατά 70% του συνταξιοδοτικού πληθυσμού, σηματοδοτεί την προοπτική κατάρρευσης του επιπέδου των συνταξιοδοτικών παροχών (κύριων, επικουρικών, κοινωνικών επιδομάτων, εφάπαξ, κλπ) και γενικότερα των κοινωνικών υπηρεσιών (μείωση κατά 35% των δημόσιων δαπανών υγείας 2010-2012), ως συμβολή στη μείωση των ελλειμμάτων των ασφαλιστικών ταμείων και στον περιορισμών της απόκλισης του λόγου δημόσιο χρέος προς ΑΕΠ. Αξίζει να σημειωθεί ότι κατά την περίοδο από Μάιο 2010 μέχρι Ιούνιο 2012 οι περικοπές των κύριων και επικουρικών συντάξεων ανήλθαν συνολικά στο επίπεδο των 4,2 δις ευρώ, ενώ στο πρόγραμμα περικοπών και λιτότητας των 11,6 δις ευρώ για την περίοδο 2013-2014, οι περικοπές κύριων, επικουρικών συντάξεων, εφάπαξ και κοινωνικών επιδομάτων αντιστοιχούν στο 43% του συνολικού ποσού, δηλ. 5,5 δις ευρώ. Επιπλέον, κατά την περίοδο 2010-2011, οι μειώσεις μισθών του δημοσίου ανήλθαν στα 3,5 δις ευρώ και του ιδιωτικού τομέα ανήλθαν στα 3 δις ευρώ. Με άλλα λόγια, την περίοδο 2010-2011 οι περικοπές των συντάξεων και οι μειώσεις των μισθών ανήλθαν αθροιστικά σε 16,2 δις ευρώ δηλ. 8% του ΑΕΠ χωρίς να έχει μειωθεί η ανεργία, το δημόσιο χρέος και η ύφεση. Έτσι, οι συντάξεις και οι μισθοί, εκ νέου, θα μειωθούν σημαντικά και ανησυχητικά για το επίπεδο διαβίωσης των συνταξιούχων, η αναγκαία ανασύσταση του αποθεματικού κεφαλαίου της κοινωνικής ασφάλισης δεν θα επιτευχθεί, η εξατομίκευση και η ιδιωτικοποίηση του ασφαλιστικού συστήματος θα διευρυνθούν και η ιδιωτικοποιημένη ασφάλιση θα λειτουργεί σε συνθήκες κοινωνικής αβεβαιότητας και υψηλού κινδύνου στις επενδυτικές της επιλογές, με αποτέλεσμα να περιοριστούν οι όροι αναδιανομής του εισοδήματος και η εξασφάλιση των συνθηκών κοινωνικής συνοχής. Η παρατήρηση αυτή σημαίνει ότι εάν η ασκούμενη οικονομική πολιτική στην Ελλάδα καταπολεμούσε άμεσα και αποτελεσματικά την φοροδιαφυγή (απώλεια εσόδων του κράτους 12-15 δις ευρώ τον χρόνο) αυξάνοντας τα έσοδα του κράτους τουλάχιστον κατά 25%, θα μείωνε το δημοσιονομικό έλλειμμα τουλάχιστον κατά 30% το έτος και δεν θα απαιτούνταν οι περικοπές μισθών και συντάξεων την περίοδο 2010-2011 κατά 16,2 δις ευρώ συνολικά. Παράλληλα, η θεσμοθέτηση νέων πόρων εκτός του κοινωνικο-ασφαλιστικού συστήματος θα συνέβαλε καθοριστικά και με την καταπολέμηση της εισφοροδιαφυγής στην αναγκαία ανασύσταση του αποθεματικού κεφαλαίου της κοινωνικής ασφάλισης, χωρίς περικοπές στις συντάξεις, εφάπαξ, κοινωνικά επιδόματα, κλπ, καθώς και στην μακροχρόνια βιωσιμότητα του συνταξιοδοτικού συστήματος, την ποιότητα και επάρκεια των παροχών του, την ενίσχυση της διαγενεακής του αλληλεγγύης και την κοινωνική του αποτελεσματικότητα.

Όμως, παρόλα αυτά η Λευκή Βίβλος (2012) της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τα ευρωπαϊκά συνταξιοδοτικά συστήματα αναφέρεται κυρίως, μεταξύ των άλλων, στην διαπίστωση των νέων προκλήσεων της οικονομικής κρίσης με βασική κατεύθυνση την «προσαρμογή της εκάστοτε ηλικίας συνταξιοδότησης με το προσδόκιμο ζωής» από τα κράτη-μέλη στην άσκηση της συνταξιοδοτικής πολιτικής.

Έτσι, η εφαρμοζόμενη κοινωνικο-ασφαλιστική πολιτική στην Ελλάδα χαρακτηρίζεται από την ενισχυτική και αναποτελεσματική οικονομικά και κοινωνικά επανάληψη των περιοριστικών πολιτικών της τελευταίας εικοσαετίας στην κατεύθυνση κυρίως: της μείωσης των κύριων, επικουρικών συντάξεων και του εφάπαξ, της μεταβίβασης σημαντικών βαρών στις νέες γενεές, της μεταμόρφωσης του χαρακτήρα του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης από διανεμητικό σε κεφαλαιοποιητικό και της διεύρυνσης της εμπορευματοποίησης των δημόσιων και κοινωνικών υπηρεσιών με την ανάληψη της χρηματοδότησης από τους χρήστες με την αύξηση των ιδιωτικών δαπανών των νοικοκυριών, χωρίς ταυτόχρονα η κοινωνικο-ασφαλιστική πολιτική να κερδίζει την μάχη με τα ελλείμματα του κοινωνικο-ασφαλιστικού συστήματος.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η επιλογή αυτή ακολουθεί κατά γράμμα την Έκθεση του ΔΝΤ (23.11.2005) για το συνταξιοδοτικό σύστημα στην Ελλάδα καθώς και την πρόταση της Παγκόσμιας Τράπεζας με τους 3 πυλώνες: i) Κύρια σύνταξη υποβαθμισμένη με σταδιακή απόσυρση της χρηματοδότησης του κράτους, ii) Ατομικοί συνταξιοδοτικοί λογαριασμοί (Ιδιωτική υποχρεωτική ασφάλιση) και iii) Επαγγελματικά Ταμεία (προαιρετική ιδιωτική ασφάλιση). Είναι χαρακτηριστικό ότι το μοντέλο των Ατομικών Λογαριασμών εφαρμόστηκε στην Μαλαισία το 1951, στην Σιγκαπούρη το 1953, στην Ινδία και Ινδονησία το 1950, σε Αφρικανικές χώρες το 1960 καθώς και στην Χιλή. Είναι φανερό ότι με τις εξελίξεις αυτές στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης στην Ελλάδα συντελούνται δύο μορφές αλλαγών: α) παραμετρικές αλλαγές (μείωση συντάξεων) και β) ανατροπή και αλλαγή του μοντέλου του ΣΚΑ με περιορισμό της κρατικής χρηματοδότησης, μείωση των συνταξιοδοτικών δαπανών και επικράτηση της ιδιωτικοποιημένης ασφάλισης.

Παρά την σοβαρότητα και την συνθετότητα του προβλήματος η Ε.Ε επιμένει να υποστηρίζει κατά κύριο λόγο ότι «η προοπτική της γήρανσης του πληθυσμού (…) συνιστά σημαντικότατη πρόκληση για την εξασφάλιση της επάρκειας και της βιωσιμότητας των συνταξιοδοτικών συστημάτων. Η γήρανση του πληθυσμού θα συντελεσθεί σε τέτοια κλίμακα που, εάν δεν υπάρξουν οι κατάλληλες μεταρρυθμίσεις, υπάρχει ο κίνδυνος υπονόμευσης (…) της σταθερότητας στην Ευρωπαϊκή Ένωση».

Όμως, οι ανησυχίες αυτές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την γήρανση του πληθυσμού στην Ευρώπη, διογκώθηκαν, αξιοποιήθηκαν και παρουσιάσθηκαν στα κράτη-μέλη ως μείζον οικονομικό και δημογραφικό ζήτημα, μόνο και μόνο για να νομιμοποιηθούν ιδεολογικά κοινωνικο-ασφαλιστικές πολιτικές που είχαν ως κεντρικό στόχο την μείωση της κρατικής παρέμβασης την παροχή κοινωνικής προστασίας (Walker, 1991, σελ. 31, Α. Κρητικός, 2010, σελ 42). Έτσι, σε επίπεδο νομοθετικών κοινωνικο-ασφαλιστικών παρεμβάσεων και στρατηγικής προοπτικής του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης στα κράτη-μέλη, η μονομερής αυτή προσέγγιση της γήρανσης του πληθυσμού ως θεμελιώδους αιτίας των ελλειμμάτων των συνταξιοδοτικών ταμείων, οδήγησε τις προτεραιότητες και τις επιλογές τους στην μετατόπιση του κέντρου βάρους του κοινωνικο-ασφαλιστικού συστήματος από το διανεμητικό (κοινωνική αλληλεγγύη) στο κεφαλαιοποιητικό (εξατομικευμένο) σύστημα κοινωνικής ασφάλισης (ιδιωτικά συνταξιοδοτικά σχήματα, βασική σύνταξη).

Παράλληλα, επιδιώχθηκε από τις κοινωνικο-ασφαλιστικές παρεμβάσεις στα κράτη-μέλη, οι επιπτώσεις του δημογραφικού ελλείμματος να χρηματοδοτηθούν από την αύξηση των ορίων συνταξιοδότησης, την μείωση των συνταξιοδοτικών παροχών, αντί η διαμόρφωση μίας δυναμικής μακράς πνοής δημογραφικής πολιτικής να χρηματοδοτηθεί και να θωρακισθεί το ΣΚΑ με νέους πόρους από την αναπτυξιακή λειτουργία της οικονομίας.

Έτσι η κατά επτά έτη του προσδόκιμου ζωής κατά τα επόμενα πενήντα έτη, η κοινωνικο-ασφαλιστική πολιτική των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα πρέπει να αυξήσουν τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης προκειμένου να εξασφαλίσουν την βιωσιμότητα των συνταξιοδοτικών τους συστημάτων. Η αύξηση των ορίων συνταξιοδότησης, η σύνδεσή τους με το προσδόκιμο ζωής καθώς και η άρση εμποδίων για την περαιτέρω παραμονή στην εργασία, κατά την έκθεση του ΟΟΣΑ, θα έχουν θετικές επιπτώσεις στην αντιμετώπιση της σημερινής οικονομικής κρίσης και ύφεσης, συμβάλλοντας αφενός στην δημοσιονομική προσαρμογή και στην διασφάλιση της βιωσιμότητας των ασφαλιστικών συστημάτων.

Με άλλα λόγια, τα κράτη-μέλη επιλέγουν σήμερα την προσφιλή και πεπατημένη μέθοδο της εισπρακτικής και αναποτελεσματικής (εκ του αποτελέσματος) λογικής για την χρηματοδότηση του ελλείμματος και την εξασφάλιση πόρων με τρόπους (μείωση των συνταξιοδοτικών παροχών και επιδείνωση των όρων και των συνθηκών συνταξιοδότησης) που διευρύνουν το κοινωνικό έλλειμμα και συρρικνώνουν, τις προϋποθέσεις κοινωνικής συνοχής και σύγκλισης, μετατρέποντας σταδιακά το ευρωπαϊκό πρότυπο του κράτους-πρόνοιας σε πρότυπο κράτους-φιλανθρωπίας.

Στην κατεύθυνση αυτή, οι ρυθμίσεις των νέων ασφαλιστικών νόμων (Ν. 3863/2010 και Ν. 3865/2010) στην Ελλάδα προσανατολίζονται κυρίως: στην αλλαγή του τρόπου υπολογισμού των συντάξεων, στην αύξηση του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης, στην εισαγωγή κεφαλαιοποιητικών στοιχείων (βασική) και ανταποδοτική σύνταξη, ….κλπ, με κεντρικό στόχο την εξασφάλιση πόρων διαμέσου της μείωσης των συντάξεων (μέχρι 30%) για την χρηματοδότηση του μακροχρόνιου ελλείμματος του ΣΚΑ. Παράλληλα, οι ρυθμίσεις αυτές που οδηγούν σε συνθήκες φτωχοποίησης τους συνταξιούχους, δεν εξασφαλίζουν τους αναγκαίους πόρους για την χρηματοδότηση του μακροχρόνιου ελλείμματος και ως εκ τούτου δεν συμβάλλουν (όπως και οι αντίστοιχες νομοθετικές παρεμβάσεις που έγιναν στα κράτη-μέλη την εικοσαετία 1990-2010) στην αποκατάσταση της βιωσιμότητας των συνταξιοδοτικών συστημάτων.

Όμως, στο πλαίσιο αυτών των συνταξιοδοτικών επιλογών αναδεικνύονται τα εξής ερωτήματα: α) είναι δυνατόν να ομιλούμε στην ευρωπαϊκή ένωση για συνταξιοδοτικές παροχές που εξασφαλίζουν ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης, όταν την τελευταία εικοσαετία με τις αλλεπάλληλες νομοθετικές παρεμβάσεις στα κράτη-μέλη, καταβλήθηκε προσπάθεια περιορισμού της δημόσιας χρηματοδότησης με την συρρίκνωση του επιπέδου των παροχών; β) είναι δυνατόν ένα τόσο σοβαρό οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό ζήτημα που αφορά τρεις γενεές (συνταξιούχοι, ασφαλισμένοι, νέες γενεές) να αντιμετωπίζεται ως δημοσιονομικό ζήτημα και ως σταθεροποιητικός μηχανισμός αναδιανομής του εισοδήματος; γ) είναι δυνατόν το ζήτημα ανεύρεσης νέων πόρων για το ΣΚΑ να μην εμπεριέχεται στις αναπτυξιακές πολιτικές, στις πολιτικές απασχόλησης στην αναδιανομή του εισοδήματος, στην παραγωγικότητα της εργασίας και στο φορολογικό σύστημα; δ) είναι δυνατόν η σταδιακή αύξηση του προσδόκιμου ορίου ζωής του πληθυσμού να συνοδεύεται από αυτόματη αύξηση του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης αδιαφορώντας για την έκρηξη της ανεργίας των νέων; δηλ. όταν τα παιδιά που γεννήθηκαν το 2000 θα πεθάνουν το 2090 ή το 2095, με την επικρατούσα λογική της Λευκής Βίβλου το όριο ηλικίας συνταξιοδότησης θα φθάσει στα 70 ή στα 75 έτη; ε) είναι δυνατόν ένα συνταξιοδοτικό σύστημα από την φύση και τον χαρακτήρα του διαγενεακής αλληλεγγύης να μετεξελίσσεται από τις νομοθετικές παρεμβάσεις στα κράτη-μέλη σε συνταξιοδοτικό σύστημα σύγκρουσης των γενεών; στ) είναι δυνατόν στις αρχές του 21ου αιώνα στην Ευρωπαϊκή Ένωση να μην σχεδιάζεται η μετεξέλιξη των εθνικών συνταξιοδοτικών συστημάτων σ’ ένα ολοκληρωμένο σύστημα ευρωπαϊκής πολιτικής; ζ) είναι δυνατόν να μετατρέπεται  σταδιακά η συνταξιοδοτική παροχή σε συνταξιοδοτικό βοήθημα, προκειμένου να εξασφαλιστεί η βιωσιμότητα των συνταξιοδοτικών συστημάτων;

Κατά συνέπεια εάν το ζήτημα των συνταξιοδοτικών συστημάτων και των συνταξιοδοτικών επιλογών στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν επανεξετασθεί στις νέες συνθήκες της κρίσης και μετά την κρίση συνθετικά και ολιστικά, τότε θα είμαστε μάρτυρες μίας κοινωνικο-ασφαλιστικής πολιτικής διεύρυνσης των κοινωνικών ανισοτήτων και του κοινωνικού ελλείμματος. Σε μία τέτοια προοπτική θα είμαστε μάρτυρες αποδόμησης του «κοινωνικού» και του «συλλογικού» σε όφελος του «ατομικού, υπονόμευσης της βιωσιμότητας, συρρίκνωσης της κοινωνικής αποτελεσματικότητας και έλλειψης της φερεγγυότητας των συνταξιοδοτικών συστημάτων στα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.